Anny Tenga Modi , δημοκρατική δημοκρατία του Κονγκό
Anny Tenga Modi , δημοκρατική δημοκρατία του Κονγκό
Anny Tenga Modi

My name is Annie Tenga Modi. I’m 37 and I have an 18-year old daughter. I became an orphan when I was 13.
I run an organisation called AFIA MAMA. I’m a feminist activist campaigning for women and children’s rights, particularly regarding issues of leadership and participation.
I’ve been living in Kinshasa for four years now. I came back to DRC from South Africa where I spent over 10 years as a refugee.

I was my father’s princess. He used to do politics. He died when I turned 13. It was one year before the genocide and two before the first so-called war of liberation.
An orphan, I was displaced to a town in east DRC called Goma. Goma is famous not only for the number of wars it has been through, but also for the sexual and gender-based violence women and girls have been victims of for many years.
My community rejected me because of my physical appearance. I look as if I belong to a different ethnic group, but I actually don’t.

During the war, when I was 17, I became a mother, a teenage mum. I went to Kinshasa, but the stigma was just as bad. It was a lot of psychological pressure and a lot of pain for a teenager. At the same time, I had to be a mother to my daughter while I was still a child myself.
I went back to school in Kinshasa to get my high school diploma. But even there my appearance didn’t allow me to live freely, so my uncle decided to send me to South Africa where I spent over 10 years as a refugee.
Imagine the psychological and moral suffering I had to endure, and then ending up a refugee and victim to xenophobia and racism.

This was the time when I promised myself that I would become a “Voice of the Voiceless”. My activism began by advocating on behalf of women and girls in refugee reception centres. They had no access to basic services, even though they were available free of charge, because they couldn’t speak the language, couldn’t pay bribes or didn’t have the resource to fight their way in.
Over time we saw women in my home country who needed me. DRC had by then been dubbed “rape capital” because of the sexual violence being used as a weapon of war. I wanted to return to my country, to speak out for the women and girls left behind, for the ones who continued to live facing the violence and suffering I had endured but had been fortunate enough to escape.
I decided to see how I could contribute, make a difference, spread women’s voices while helping them to improve their status, their well-being, economic empowering and their personal development along with enhancing their participation in the running of their country.

Wars in DRC, especially in the East, are territorial as well as political. Amid the multitude of power struggles at play, it has become clear that women constitute a goldmine because, to some extent, they represent the pride of the men who possess them. One way to humiliate and destroy an enemy and secure control of his space is to target his weak spot by taking ‘his’ women and girls and systematically rape them in front of their men. We’ve turned the children into war machines, killing machines. It is systematic. So, I decided to talk about it until the world recognises this is a genocide. Violence is used to indicate victory over the enemy camp.

DRC has Dr Mukwege, who was recently awarded the Nobel Peace Prize. To us, this is an acknowledgement that this suffering is a reality. That somebody who has contributed to mitigating women’s pain can be recognised in such a way is a real comfort. One day this will be recognised as a genocide. That is why DRC has been labelled “rape capital”.
A woman who’s been raped is dead. Her life is over. After such an appalling experience, her life is gone. She breathes, she gets by, often for the people around her but not for herself. If she has children, a family, she keeps going for them.
We live in a patriarchal society with lots of so-called “values” used to define what women should be. How we should behave, and what’s expected of us.
A raped woman carries all the blame – even though she’s the victim. What often gives women strength is the solidarity they have with other women who have experienced similar or other forms of violence. They share their experiences and also their suffering. Some areas benefit from a lot of awareness raising and various humanitarian initiatives, and these help.

Sexual and reproductive health is an issue for women who have endured violence. We have very few hospitals who cater for fistulas. Lack of information and high rates of illiteracy are two of the barriers. Many materials are written in French rather than the vernacular language, which means that even when information is available, women can’t read it because it’s not in a language most of them speak. It doesn’t help a lot.
As Congolese women, our campaigning for the rights of women consists first of getting women’s voices heard and fostering their participation. We are in a country that has a legal system to protect us. This is something I have to acknowledge. On paper, we have lots of rights, but ensuring they are enacted is quite another story. Whenever we bring up our rights women are always in the minority, as female representation in parliament has never exceeded 15%. So the men have decided to reduce the package of rights legally we’re entitled to.
Second, not many women work in the judiciary system, so getting these laws enforced is problematic. We’re helping provide information in the field, for women to know their rights so as to defend them. The more decision makers are conscious of these issues, the more we can hope to gradually change mentalities. We’ve talked about stigma and discrimination, both of which result from people’s mindsets. People aren’t moving away from traditional practices and what they hear in churches.

We all may have lived through the war and may have seen a woman being raped in front of her whole family, but people continue blame women

Rajwa Mohamad Rahmoun , Λίβανος
Rajwa Mohamad Rahmoun , Λίβανος
Rajwa Mohamad Rahmoun

Το όνομά μου είναι Rajwa Mohamad Rahmoun και είμαι από το al-Qusayr της επαρχίας Homs της Συρίας. Τα παιδιά μου και εγώ ήρθαμε εδώ στο Λίβανο. Εμείς είμαστε ασφαλείς, αλλά δεν γνωρίζω που βρίσκεται ο σύζυγός μου.
Δεν ξέρω… Είναι νεκρός; Ζωντανός; Δεν έχω ιδέα.
Υποφέρω τόσο πολύ. Ως γυναίκα, δεν πρέπει να υπερασπίζομαι τα δικαιώματά μου ούτε τα δικαιώματα των παιδιών μου. Για οτιδήποτε μου συμβαίνει μου λένε: «Είσαι γυναίκα· δεν νοείται να μιλάς.» Αλλά εγώ θέλω να μιλήσω και να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και τα παιδιά μου. Τα πάντα γίνονται ένας τέτοιος αγώνας.
Βρίσκω το θάρρος, την αποφασιστικότητά μου και τη δύναμή μου. Και όταν έχω κάτι να πω, το λέω. Δεν θέλω να μείνω σιωπηλή· θέλω να υπερασπιστώ τα δικαιώματά μου.
Βλέπω τα παιδιά μου και μου δίνουν θάρρος. Βλέποντάς τα, αντλώ την υπομονή και τη δύναμη να μιλήσω ανοιχτά. Με κάνουν να αισθάνομαι τόσο γενναία και ικανή να παλέψω για τα δικαιώματά τους.
Ο γιός μου είχε ένα ατύχημα με το μηχανάκι. Έσπασε το χέρι του και το πόδι του. Όλοι κατηγόρησαν εμένα λέγοντάς μου ότι είναι δικό μου λάθος το ότι έπεσε από το μηχανάκι του. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και μου ζήτησαν 2.000 δολάρια. Δεν είχα 2.000 δολάρια. Έπρεπε να ζητήσω από τους γείτονες χρήματα προκειμένου να καλύψω τη θεραπεία για τον γιο μου. Αυτοί είπαν: «αυτή το ζήτησε. Αυτό είναι που έψαχνε, να έχει ο γιος της ένα ατύχημα με το μηχανάκι.» Στο δρόμο για το νοσοκομείο ήμουν τρομοκρατημένη ότι θα έβρισκα τον γιο μου νεκρό. Αλλά βλέποντάς τον να μου λέει ότι όλα ήταν καλά, μου έδωσε τη δύναμη να κάνω ό,τι μπορούσα για να βρω τα χρήματα για τα έξοδα.
Γιατί του αγόρασα μηχανάκι; Για να μπορεί να πηγαίνει στη δουλειά. Είναι το μεταφορικό του.
Ως μητέρα μόνη χωρίς σύζυγο, πρέπει να προσπαθώ έτσι ώστε κανείς να μη βλάπτει τα παιδιά μου.
Εδώ αντιμετωπίσαμε την αδικία σε κάθε επίπεδο. Είχαμε τα σπίτια μας τα οποία τα χάσαμε, και καταλήξαμε σε ένα camp χωρίς τίποτα. Έχουμε χάσει τα πάντα. Δοξάζω τον θεό που είμαστε ζωντανοί. Πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη, αλλά δυσκολεύομαι διότι αυτό είναι τόσο διαφορετικό από αυτό που ήταν οι ζωές μας στην Συρία. Η ζωή μας στη Συρία δεν μοιάζουν επουδενί με το πώς ζούμε εδώ.
Οι άνθρωποι λένε: «είναι γυναίκα. Γιατί υψώνει την φωνή της; Οι γυναίκες πρέπει να σιωπούν. Έχει γιους· μπορούν εκείνοι να κάνουν τη συζήτηση» Αλλά εγώ απαντάω, όχι. Είναι στο χέρι μου να υπερασπιστώ τα παιδιά μου. Είμαι και η γυναίκα και ο άντρας. Αυτό συνεχίζω να τους απαντάω, ότι είμαι και η γυναίκα και ο άντρας και υπερασπίζομαι τα παιδιά μου.
Θα ήθελα να επιστρέψουμε στη χώρα μας. Εύχομαι να μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου και να βρισκόμουν πίσω στο σπίτι, στην πατρίδα μας.
Ανατρέφω τα παιδιά μου μόνη μου. Ονειρεύομαι για εκείνα να ξεχωρίζουν σε οτιδήποτε κάνουν, να κάνουν πάντα τις σωστές επιλογές και πετύχουν στην ζωή τους. Αυτό εύχομαι για εκείνα, από τα βάθη της καρδιάς μου.
Θέλω επίσης οι γυναίκες να έχουν πάντα το δικαίωμα στη ζωή, να μπορούν να υπερασπίζονται τον εαυτό τους και να μην αφήνουν τίποτα να περνάει απαρατήρητο. Οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το ήμισυ της κοινωνίας –δεν είναι πλέον οι άντρες στην μία πλευρά και οι γυναίκες στην άλλη. Μα, όχι! Οι γυναίκες θα έπρεπε να έχουν περισσότερα δικαιώματα.
Γιατί είναι οι γυναίκες που δίνουν τη ζωή, που ανατρέφουν τα παιδιά και που κρατάνε τις οικογένειες ενωμένες. Η γυναίκα είναι το θεμέλιο για τα πάντα στη ζωή.
Οι γυναίκες πρέπει πάντα να είναι γενναίες, πάντα να είναι δυνατές. Οι γυναίκες είναι το ήμισυ της κοινωνίας και θα έπρεπε να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο καθώς είναι εκείνες που κάνουν τα περισσότερα. Χωρίς τις γυναίκες δεν θα υπήρχε τίποτα.

Magdalena Simeonova , Βουλγαρία
Magdalena Simeonova , Βουλγαρία
Magdalena Simeonova

Το όνομά μου είναι Magdalena Simeonova. Είμαι 28 ετών και έχω δύο παιδιά, τα οποία είναι 9 και 5 ετών.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην περιοχή Nadezhda. Φύγαμε από το γκέτο για να εγκατασταθούμε στο Sini Kamani πριν ένα χρόνο.
Παντρεύτηκα όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. Πλέον, αντιτίθεμαι στο να παντρεύονται σε τόσο νεαρή ηλικία οι άνθρωποι. Είμαι ενάντια αυτού. Αλλά μεγαλώνοντας στη γειτονιά Ναντεζντα, ήμουν τότε τόσο πολύ επηρεασμένη από το περιβάλλον μου. Είχα υπέροχους γονείς που επέμεναν να συνεχίσω με το σχολείο. Είχα καλούς βαθμούς στο σχολείο. Αλλά επηρεάστηκα από το περιβάλλον μου…
Γνώρισα το σύζυγό μου και ήθελα να παντρευτούμε. Οι γονείς μου διαφωνούσαν έντονα αλλά εγώ επέμενα, και στο τέλος σταμάτησαν να προσπαθούν να μου αλλάξουν γνώμη και παντρευτήκαμε. Ο σύζυγός μου ήταν 18 τότε, εγώ 14.
Η παράδοση το επιβάλει αλλά και οι ίδιοι οι άνθρωποι το αποδέχονται σαν κάτι φυσιολογικό. Δεν το βλέπουν σαν πρόβλημα. Αλλά δεν θα έπρεπε να είναι έτσι.
Από τη στιγμή που θα παντρευτείς, θα πρέπει να σταματήσεις το σχολείο. Πρέπει να προσέχεις την οικογένειά σου και να κάνεις παιδιά. Στη δική μας κοινωνία, ο σύζυγός και η οικογένειά του περιμένουν από τη γυναίκα να κάνει αμέσως παιδιά, χωρίς να περιμένει καθόλου.
Οι Γιατροί του Κόσμου είχαν τότε ένα πρόγραμμα που απευθυνόταν σε γυναίκες, για το πώς να αποτρέψουν μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και να αποφύγουν σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες. Συμμετείχα και παρακολούθησα ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα τεσσάρων εβδομάδων, εάν θυμάμαι καλά.
Εκεί γνώρισα και την Fanya Rameva, ομιλήτρια και μαία. Τότε το συνειδητοποίησα. Ήξερα ότι ήθελα να ξαναπάω στο σχολείο και να επιδιώξω ανώτερη μόρφωση.
Εκείνο το διάστημα, ο 47χρονος τότε πεθερός μου, είχε επίσης αποφασίσει να ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τότε ο σύζυγός μου επίσης γράφτηκε σε σχολείο δευτεροβάθμιας. Κρυφά, ήθελα κι εγώ να κάνω το ίδιο, αλλά φοβόμουν να το πω σε οποιονδήποτε επειδή είμαι γυναίκα· και οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να μορφώνονται.
Παρ’ όλα αυτά, ο σύζυγός μου γνώριζε το όνειρό μου. Μια μέρα με αιφνιδίασε, λέγοντάς μου ότι έκανε την εγγραφή μου για να ξεκινήσω το σχολείο. Αρχικά, όλοι εναντιώθηκαν σε αυτό. Είχαμε προβλήματα επειδή αποφάσισα να συνεχίσω με την εκπαίδευσή μου.
Αλλά δεν τα παρατήσαμε. Ολοκλήρωσα τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μετά, άρχισα να μελετάω στο Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Βάρνας, και πέρασα με γενικό βαθμό 5.25, με ειδίκευση στη μαιευτική. Τώρα είμαι στο τέταρτο και τελευταίο έτος, και είμαι ειδικευόμενη. Μόλις τελειώσει η πρακτική μου, θα αποφοιτήσω.
Τα αγόρια μου είναι 9 και 5 χρονών. Δεν θα επιτρέψω να συμβεί το ίδιο και σε αυτά. Γι’ αυτό και φύγαμε από εκείνη την περιοχή, για να μην τους επηρεάσει το περιβάλλον με τον ίδιο τρόπο που επηρέασε και μένα. Ο σύζυγός μου κι εγώ θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τα μορφώσουμε και να βεβαιωθούμε ότι θα γίνουν χρήσιμα μέλη της Βουλγαρίας.
Κατά κάποιο τρόπο, νιώθω ευλογημένη, επειδή ήμουν η πρώτη γυναίκα στη Nadezhda που μπόρεσε να σπουδάσει και να κάνει αυτά που έκανα εγώ. Πιστεύω θα ακολουθήσουν κι άλλες γυναίκες μετά από εμένα.
Αυτός είναι επίσης και ο λόγος που αποφάσισα να δουλέψω σε ένα κέντρο για μητέρες σε γκέτο. Τις παροτρύνω, τις βοηθάω, συζητάμε για τα όνειρά τους, παλεύοντας να μην εγκαταλείψουν το σχολείο. Είμαι αισιόδοξη ότι περισσότερες γυναίκες θα αποφασίσουν να κυνηγήσουν τη μόρφωσή τους και να παίξουν το ρόλο τους στην κοινωνία.

Diana Patricia Solís , Κολομβία
Diana Patricia Solís , Κολομβία
Diana Patricia Solís

My name is Diana Patricia Solís. I’m from a small town called Guacarí in the Valle del Cauca department of Colombia. I have two sons.My name is Diana Patricia Solís. I’m from a small town called Guacarí in the Valle del Cauca department of Colombia. I have two sons.
In 1995, I became a victim of sexual violence. I was attacked by a group of several FARC (Revolutionary Armed Forces of Colombia) men who live in the valley.
It is very difficult to talk about this because of how you feel after. You feel dirty. Rape makes you feel bad. It’s horrible. Your whole world crumbles. They kept me up in in the mountains for two days and did all sorts to me. I couldn’t defend myself. As a result of the attack, I also contracted a sexually transmitted infection.
I couldn’t say anything because I was afraid of the consequences for my family. I was working for a family in Cali back then and I just told my boss because I was out shopping for breakfast when they took me away. I told my boss because he saw the state I was in when they let me go. I never told my family or my friends.

Doctors of the World really helped me. They taught me to be strong, and now I can talk about the attack in a calmer way. At first, I couldn’t bear speaking about it and would burst into tears. The trainings I completed with staff members such as Sandrita and Marta helped me to understand that it wasn’t my fault and that I was not to blame. I never asked for this to happen.
As I was trying to move on with my life with my sons, I became displaced.

When my eldest son was 20, FARC wanted him to join them but he did not want to go. I wouldn’t have let him either. A close friend told me that my son was going to be killed for turning them down and that we had to get out of there.
That night, when my friend went to work, they killed him. They hung a sign around his neck, calling him a rat because they had found out what he had told me. The next morning, two hooded men on a motorbike stopped me and threatened me. They gave me and my family 24 hours to leave or there would be consequences.
We left with a police escort to a rural area called Sonso. When we arrived in the town, we didn’t know anyone. We were cold, hungry, and desperate. Each one of us had a small bag over our shoulder with a few clothes inside. A woman who could tell that we were displaced helped us out because she had experienced the same thing.

I got a job in a little restaurant, but we continued to struggle financially. I met a man who I thought would help me through this difficult time. It was the worst mistake I ever made. He turned out to be violent and irresponsible. It was awful, I didn’t know how to cope with what was happening.

I used to think I deserved everything that happened to me. I suffered in silence and did not tell anyone. I felt ashamed until I joined the Doctors of the World training here in Guaviare. A psychologist asked me why I had never reported the assault and told me that I could report it and receive psychological support. With Doctors of the World, I learned that I did not deserve any abuse.

I would like to move forward with my life. I want to help train other women who have suffered the same difficulties, the same problems, and try to guide them in the right direction. I want to show them that we should not let anyone abuse us physically or verbally. No man should do that. Nothing justifies it. I want to focus on these women and to equip them with the tools to help them move forward.

I would also really like to work for myself and to start a business, but that’s further down the line. For now, I want to focus on women like me.

Sanu Nani Magar , Νεπάλ
Sanu Nani Magar , Νεπάλ
Sanu Nani Magar

Το όνομά μου είναι Sanu Nani Magar και είμαι 48 χρονών. Προέρχομαι από την περιοχή με αριθμό 4 του δήμου Dhadingbesi.
Δεν επέλεξα να έρθω εδώ. Η ζωή ήταν σκληρή. Έπρεπε να βρω δουλειά και να κερδίσω χρήματα, έτσι ασχολήθηκα με τη διαλογή σκουπιδιών.
Είχαμε πολλά παιδιά να φροντίσουμε και δεν μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα. Έπρεπε να τα ταΐσουμε και να τα ντύσουμε. Αφού είχαμε αναζητήσει δουλειά σε πολλά μέρη, καταλήξαμε εδώ. Κερδίζουμε τόσα όσα για να επιβιώνουμε. Τα παιδιά μεγαλώνουν τώρα και όλοι εμείς ζούμε εδώ, στο ίδιο σπίτι.
Είχα 6 παιδιά. 5 από αυτά επιβίωσαν, 4 κορίτσια και ένα αγόρι. Η μεγαλύτερη κόρη μου είναι 31, η δεύτερη 24, η τρίτη 22 και η πιο μικρή 13. Ο γιος μου είναι 21.
Έψαχνα για δουλειά. Έπρεπε να πληρώσουμε τους λογαριασμούς μας και δεν είχαμε αρκετά χρήματα για να το κάνουμε έως το τέλος του μήνα. Ένα μικρό κομμάτι γης δεν είναι πραγματικά αρκετό.
Πρώτα πήγαμε στο Teku, και μετά ήρθαμε και εγκατασταθήκαμε εδώ. Ένας φίλος εργάζονταν σε αυτή την περιοχή, μάζευε σκουπίδια. Έτσι βρήκαμε δουλειά εδώ.
Ο σύζυγός μου εργάζεται μαζί μου.
Είναι δύσκολη δουλειά. Ποτέ δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί. Υπάρχουν γυαλιά, μπάζα, κα μερικές φορές βρίσκουμε βελόνες. Οι μπουλντόζες και ο συνεχής θόρυβος των μηχανών με τρομάζουν. Δεν είναι εύκολο να εργάζεσαι σε αυτές τις συνθήκες. Πρέπει να είμαστε πραγματικά προσεκτικοί και να φυλάμε τους εαυτούς μας.
Όταν έρχεται το φορτηγό και ξεφορτώνει, έχουμε πολλή δουλειά. Αλλά όταν δεν έρχεται δεν έχουμε καθόλου. Όπως γίνεται τα Σάββατα, που δεν έρχονται τόσα φορτηγά. Εργάζομαι κατά μέσο όρο 22 μέρες το μήνα και κερδίζω 400 με 500 ρούπια.
Ζω σε ένα σπίτι λίγο παραπέρα. Είναι βρώμικο. Το σπίτι μας είναι φτιαγμένο από λαμαρίνα και δεν έχουμε νερό, οπότε πρέπει να πηγαίνουμε και να το μεταφέρουμε από την αντλία. Αυτό είναι εξαντλητικό.
Θα ήθελα να είχα καλύτερες συνθήκες εργασίας και πρόσβαση σε νερό. Θα ήθελα να επιστρέψω στην καλλιέργεια όπως πριν, αλλά δεν κερδίζαμε αρκετά χρήματα για την επιβίωσή μας. Έχω ιδέες, και όνειρα φυσικά, αλλά δεν μπορώ να τα κάνω πραγματικότητα. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να έχω ένα μικρό κατάστημα. Εάν είχα τα μέσα θα έκανα κάτι άλλο, αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν έχω τα χρήματα.
Υπάρχουν ομάδες γυναικών όπου μπορούμε να μιλάμε για προγράμματα. Αλλά είναι αρκετά δύσκολο να φροντίζεις τον εαυτό σου και την οικογένειά σου. Πάντα υπάρχουν προβλήματα, όλοι έχουμε προβλήματα. Θα ήταν υπέροχο να δημιουργούσα κάτι μαζί με άλλους, αλλά έχω μόλις τόσα για να τα βγάζω πέρα. Δεν βλέπω τι θα μπορούσα να κάνω για να βοηθήσω τους άλλους ανθρώπους. Όταν δεν έχεις τίποτα, οι άνθρωποι δεν σε σέβονται. Δεν κάθονται καν να σε ακούσουν.
Η ζωή είναι σκληρή εδώ. Μερικές φορές οι άντρες βγαίνουν να πιούν και όταν το παρακάνουν γίνονται βίαιοι. Όλοι έχουμε στεναχώριες. Τα ανεχόμαστε όλα αυτά, δουλεύουμε και ίσα ίσα που καταφέρνουμε να τα βγάζουμε πέρα.